Top Definition
Similar to a dutch rudder but the for the female counterpart. When another person moves the arm for a woman while she Paddles the pink canoe. A form of masterbation with friends.
Jas gave Angie a dutch paddle last night.
από John Swan 24 Νοέμβριος 2006
5 Words related to dutch paddle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×