Top Definition
Pronunciation: \ee-boink\
Function: transitive verb

1. The act or art of boinking, copulating, having sexual relations with, or otherwise fucking through the use of the world wide web.
Brian: Did you chat with Bibs69 online last night?
John: Yeah, I eBoinked that bitch.
από Niork 16 Μάρτιος 2008
6 Words related to eBoink

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×