Main Entry: eich·el·berg·er
Function: verb
Inflected Form(s): -erd; -·ing
transitive senses : to steal and pass off (the ideas or words of another) as one's own : use (another's production) without crediting the source
sentence
example :1. The student was caught eichelberging and was kicked out of school. 2. The artist was shocked to discover he was being eichelbergerd.
από thief 27 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×