Top Definition
The act of ejaculating while evacuating your bowels.
"I decided to finally ejacuate last night. It smelled bad, but felt good"
από IsThisSparta 26 Ιούνιος 2016
To evacuate ejaculate.
Jerry: Dude, Jerome, evacuate your ejaculate.

Jerome: You mean I should ejacuate?
Jerry: Yes.
από Jerjerry 4 Μάιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×