Top Definition
(ehl-ehm-EHN-uh-pee) noun: The characteristic of pertaining to the English alphabet.

elemenopic (ehl-ehm-ehn-AWE-pick), adjective; -ically, adverb
The sentence, "The quick brown fox jumps over the lazy dog," has great elemenopy.
από Diana and Nicole 22 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×