Top Definition
em-beer v.
1. To imbue with beer.
2. To enrich with beer.
3. To add beer, or the thought of beer, where none exists.
We are going to have a party we need some of that there embeer...
#lager #pilsner #stout #ale #bock #suds #real ale #wheat beer #microbeer #nanobeer
από ninesheets 27 Οκτώβριος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×