Top Definition
emonessence - (ee-mo-ness-ens) noun.: when An Pham is writing and listening to Taylor Swift. a combination of the word Emo and Essence. - also see loser.
Wow, I think An Pham is writing again, I can hear the Taylor Swift playing. It's emonessence setting in.
από klasiphide 14 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×