Top Definition
Noun, direct object, and present participle verb: The act of making something purple. To empurple.
The interior decorator is empurpling my house.

Empurpling stuff is one of my favorite things.
#purple #porphyrous #empurple #empurpled #color
από Purple Gurl 22 Μάρτιος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×