Top Definition
1. To weaken or destroy the strength or vitality of: "the luxury which enervates and destroys nations" (Henry David Thoreau). See Synonyms at deplete. 2. Medicine To remove a nerve or part of a nerve.
Bob was enervated by the news that his fathr died.
από Jase P 6 Ιούλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×