Top Definition
A step up from entrepenegro. A black person with their own business, selling name brand knock-offs, hair, cars etc
Gurl, Jerome is making bank selling his Gucci out of his van, he be an entrepenigga!
από TONGUEJOY 23 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.