Top Definition
an environmentalist. Derivative: environautics (=science of the environment; ecology).
The seminar was attended by scores of environauts.
#environmentalist #conservationist #ecologist #environment #global warming
από uttam maharjan 7 Δεκέμβριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×