Top Definition
(adj) describing events or feats beyond the appropriate scope of the word epic

root words: epic, historic

pronouned: e-piss-ter-ic
1. Leonidas's epistoric battle with the Persians

2. an epistoric photo of your best friend on a giant bronze statue of george washington on a horse
από southpaw286 2 Ιανουάριος 2010
5 Words related to epistoric

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.