Top Definition
knowing alot of shit in one subject. well-learned
The hooker was erudite in subjects such as sex and drugs.
από rebecca 9 Ιούλιος 2004
1 more definition
adjective- kick-ass. Being very awesome.
Your paper was thoughtful, well-written, and erudite in its ending.
από jmoney 12 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×