Top Definition
An escalator; a moving staircase. Originally heard in a Popeye cartoon many many many many years ago. To this day I use the term, and I cannot stop.
"To gits to the Lingerie department, get on the escelevator and go to the second floor."
από Geffy 4 Μάιος 2005
1 Word related to escelevator

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×