Top Definition
To avoid, dodge, evade.
Peter eschewed the sting of Lois' bitter retort.
από Larstait 14 Νοέμβριος 2003
1 more definition
The sound that accompanies an unexpected sneeze.
Benjie startled the dog with a sudden eschew.
από 80lady 3 Δεκέμβριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×