Top Definition
1. living life in the manner that nothing can touch you on your way through.

2. being in a state of dewy-eyed innocence to the world around you.

Today i was estettering in class and totally forgot to take notes.
από H-Pa Biggums 25 Μάρτιος 2009
5 Words related to estettering

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.