Top Definition
A person who is totally whaked up; Crunk. Not a mean type of crunk or drunk, but a really funny crunk person that is either trippin on drugs or totally drunk, man.
That guy is a total estif!
από Andrew 5 Ιανουάριος 2004
1 Word related to estif

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.