Top Definition
The state of being estifed. See estif
Yo fool, you is in da state of estificulum fo so.
από Andrew 5 Ιανουάριος 2004
1 Word related to estificlium

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×