Top Definition
1: Ethnically Androgenous
adj 2: relating to or exhibiting characteristics of more than one ethnic group.
We chose the photo of an ethnogenous woman for the cover of our publication because we need a greater appeal than just a Caucasion, Black, Hispanic, Italian, Asian, etc. audience.
από Kelle F 9 Μάιος 2006
5 Words related to ethnogenous

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.