To remove the bowels of.
Eviscerate the proletarian!
από larstait 12 Οκτώβριος 2003
To royally hurt and maim. To deny vital parts from. The only way to die, throbbing and pouring blood from your pitiful carcass.
Anton eviscerated his stupid girlfriend and ate her intesense.
από Matthew Taylor 17 Δεκέμβριος 2003
To blow out of proportion and exaggerate beyond reality.
Del Mar eviscerates all of his stories.
από Mikeyintern 4 Νοέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×