Top Definition
A state beyond exhaustion. Too tired and drained to think or move.
After staying up all night in the hospital I was exhaustapated at work the next day.
από NadieOK 8 Οκτώβριος 2008
a combination of exhausted and constipated, being tired and not giving a shit.
man, am I exhaustapated!
από swaggy b 9 Φεβρουάριος 2014
When you are tired but you cannot sleep.
I am feeling very exhaustapated.
από Bullard6311 11 Αύγουστος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×