Top Definition
exhaustile (noun) someone with absolutly no energy or enthusiasum.
Alvin was such an exhaustile, he took the elevator down one floor.
από sandspit 28 Ιούνιος 2007
5 Words related to exhaustile

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.