(original meaning)
1. expansive- extensive, deep, complex, not easily seen or understood.

2. expansive- redneck mispronunciation of "expensive"
1.
Senator: The expansive bill passing through the senate will hurt the economy.

2.
Redneck 1: That is one daggum nice truck you got there,
how much d'ya git it for?

Redneck 2: I can't quite remember, but I knows it was expansive!
από BrielThur 9 Οκτώβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×