Top Definition
the act of violently puking as to cover all surfaces in your general area and some farther out.
I had to use every towel and wash cloth to clean my house after her expluking incident!
από Tatdad(as defined by FRITZ) 17 Ιανουάριος 2009
6 Words related to expluking

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.