Top Definition
The feeling of looking at way too many attractive people, or eye candy.
I went to Miami during spring break- and holy shit, the amount of eye candy gave me eyeabetes.
από zwiebelsaft 24 Αύγουστος 2009
Eye•a•be•tes ahy-uh-bee-tis, -teez
Noun-
Obtaining the disorder known as diabetes solely from viewing pictures of food; usually sweets.
Dan told Sami if she continues posting pictures of her desserts, she is going to give him eyeabetes!
από 525westfirst 25 Ιούλιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×