To give oral sex to a woman.
I just gave her a pleasant and relaxing facial the other day.
#going down #giving head #giving brain #oral sex #licking the monkey
από tomraditz 18 Ιούλιος 2008
1. Something that belong's solely to oneself.
2. Not sharing an item.
This ciggeratte is Facial.
#chyko #is #king #of #all #lands #fivethree
από ChYko 23 Αύγουστος 2006
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×