Top Definition
A man, woman, or child who eats human or animal faeces for nourishment or pleasure.
The lost child had to live as a faecilange before he was rescued by the park ranger
από Jacob Williamson 19 Δεκέμβριος 2002

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×