Top Definition
(verb, intransitive) to derive gain in spite of failure that would usually either preclude said gain or have adverse consequences.
Even though Fred was the salesman who lost the big advertising account, he is failing up to a seat on the Board of Directors.
#fail up #failed up #failure #undeserved reward #incompetence
από Nestor W. 5 Μάρτιος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×