Top Definition
1. an interjection, i.e. "FAILPANTS!"

2. a noun meaning a hypothetical garment imbuing the wearer with the inclination to fail, especially unintentionally.
I must have woken up with my failpants on today; I left my homework on my desk in my bedroom!
από whatthehayls 26 Δεκέμβριος 2009
5 Words related to failpants

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.