Top Definition
fail to reach a certain standard or amount, fail to attain something, be insufficient
Adam fell short of cash and had to borrow from me.
When food supplies fall short, they seek our help.
#run out #fail to meet #fail to reach #be deficient #be inadequate #be insufficient #be lacking
από yasserare 20 Φεβρουάριος 2012
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×