Top Definition
(feh-coh)

adj - farfected, out of your league

noun - a vision or dream that is unable to happen
1. My feco last night was amazing! I can't wait to see my self fly.

2. See how Jon tries to get at Holly? She is so feco. Why does he bother?
από Ro Hubbell 20 Σεπτέμβριος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×