Top Definition
feet + fatigue = feetigue.

tiredness of the feet, presumably from being on them for a long time or after vigorous excersise.
paul: cor, that (insert arbitrary distance here) (insert arbitrary method of foot related motion here) was tough.

john: i know, i feel a bad case of feetigue coming on.
από rhubarbjelly 14 Σεπτέμβριος 2009
5 Words related to feetigue

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×