Top Definition
The act of molding, altering, or otherwise shapeshifting, often via ghastly cosmetic surgery, the appearance or certain aspects of a person's appearance to appear more feminine, often with a strong emphasis on slutty, whorish characteristics.
Mom, your flat titties totally need to be feminized.
από jojo dancer 14 Οκτώβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.