Top Definition
Referring to a feat that portrays extreme feministic qualities.
Wataru, after calling his gurlfriend up on the phone and bitching about another for hours and hours, felt that he had accomplished a femtastic act.
από Jazjit Maraya 30 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×