pronounced (phe-NOM) coming from the japanese word GOD. Fenom is the act of being jesus, of knowing all but still failing school.
από Fenomx 11 Μάρτιος 2009

5 Words Related to fenom

a girl that blows your mind because of how beautiful she is.
"Look at girly over there! Thats not a dime, thats a fe-nom!"
από philip 18 Μάιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×