Top Definition
someone who is shy and has the qualities of a weasel.
everyday that boy acts like a fensome
#fen #fensome #some #fens #fenso
από bodsworthy 12 Νοέμβριος 2009
4 Words related to fensome
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×