Top Definition
an act. to sit in a "fetal position" while rocking back and forth; a sign of enhanced depression or anxiety.
1) After finding out that her boyfriend had dumped her, all Kayla could do was to sit in the middle of the floor and fetal rochet.

2) I found her in the middle of the floor fetal rocheting.
από john from wv 12 Ιούνιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.