Top Definition
A verb used to describe just about anything, mainly used to describe masturbation
I was fieging last night until my dick went raw and i ran outta lotion

You're such a fiege dude

Stick it up your fiege and feel it around until your shit falls outta your ass
από negroshima 5 Ιανουάριος 2007
10 Words related to fiege

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×