Top Definition
n. The end of the penis, which resembles the head-covering of what a fireman would wear. Also known as "firecap."
For some reason, my firehat becomes quite sensitive after blowing a hot load.
από Johnny West 31 Ιανουάριος 2008
5 Words related to firehat

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.