1.the amount of unyeilding surface or texture (as in an object or body)

2. a replacement for firmness
the wrestler's body had a firmth brought only by years of weight-lifting and heavy training.
από kara boothby 21 Μάρτιος 2006

8 Words Related to firmth

adj - To maintain or contain the qualities of firmness.
The firmth of the broomstick was most solid.
από B-Money in da houz 21 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×