Top Definition
The act of taking excessive 'personal' days off from work.
What's up with all this fischlerage -- you must be partying like crazy!
από The Lorax 23 Αύγουστος 2007
5 Words related to fischlerage

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.