Top Definition
Inability to maintain an erection due to heavy drinking.

A.K.A. whiskey dick.
I was just about to blow a load when I went flaskid.

I would try to hit that but I'm already feelin' flaskid.
από dung_eagle 13 Οκτώβριος 2009
6 Words related to flaskid

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×