Top Definition
Adjective:

1. When someone says something completely nerdy, or recites movie quotes in normal conversation.
"Wow, that was totally fletchy."
από anh530 11 Αύγουστος 2009
2 more definitions
Adjective. Southern. rural
The dog was getting all fletchy so we had to leave.
από RedWriter 5 Δεκέμβριος 2004
artsy fag; one who spends a lot of time painting and being with his family...
fletchy won't come beck...
από oh my 15 Ιούνιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×