Top Definition
to fill in the space of a closed alphabet letter (Aa, Bb, Dd, e, g, Oo, Pp, Qq, R) with a pencil or pen
I was so bored in English I started flettering in the textbook
από DurkNation 17 Νοέμβριος 2009
5 Words related to flettering

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×