Top Definition
/adj./ (1)-A term used to describe a flamboyant male, possibly homosexual. (Not necessarily a derogatory term).

See also: Floppy in the wrist
I saw Bruce skipping down the street, I think he's got a floppy wrist.
από GW 8 Μάρτιος 2004
1 Word related to floppy wrist

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×