1) A person who wears alumnium foil to block out the government's mind control rays. A conspiracy theory fan.

2) A person who is conducting a love affair with Russian motorcycles, such as the Ural or Dnepr.
(1) Art Bell is a foilhead.

(2) Me an a bunch of other foilheads got together and flew the chair.
από drykynmyky 1 Οκτώβριος 2006

6 Words Related to foilhead

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×