Top Definition

Past participle of "fucked" or "buggered".

Normally shouted by a third party at someone elses' expense.
"Chris left doing his coursework far too late, he's fookzored!"

Person A: "Oh crap, I just dropped my laptop in the lake"
Person B: "Haha! Fookzored!"
από NHO 3 Δεκέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.