Top Definition
A person who exhibits foolish characteristics or performs foolish actions. A bag contained of fool. See foolish or fool.
What a stupid thing to do. What a foolbag.
από Eric 3 Ιούλιος 2004
2 Words related to foolbag

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.