Top Definition
foolishness comes from the word foolish and is the action in wich you are doing somthing
"stop your foolishness"
από matt 1 Ιανουάριος 2005
1 more definition
adverb. to state a condition/circumstance/setting which denotes a foolish state.
my world is based on foolishness.
από NLU 7 Σεπτέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×