Top Definition
To fossle;
To surreptiosly scratch your testicles through your pockets when that annoying, spontaneous, itch thing, happens.
"Wow! I know I look good but I didn't think that I was hot enough to make men spontaneously masturbate!"
"Dont kid yourself you ugly cow, I'm just fossling!"
από Mark Tarr 12 Φεβρουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.